Newsletter

 
     
     
 
     
   
   
   
   
   
   
   
 
   
   
   
   
   
   
   
   
   

ΛΕΡΟΣ

ΝΟΤΙΟ ΑΙΓΑΙΟ  » ΛΕΡΟΣ

Τον 1523 οι Οθωμανοί, με Σουλτάνο τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, κατακτούν τη Ρόδο και όλες τις Νότιες Σποράδες. Οι οικονομικές υποχρεώσεις της Λέρου προς την οθωμανική εξουσία περιορίστηκαν σε έναν κατ’ αποκοπή ετήσιο φόρο ( maktu), για την συγκέντρωση του οποίου ήταν υπεύθυνη η κοινότητα, η οποία εξασφάλιζε με αυτόν τον τρόπο και την διοικητική της αυτονομία.

To ύψος του ετήσιου αυτού φόρου (maktu) καθοριζόταν ανάλογα με τους πόρους κάθε νησιού. Σύμφωνα με το φιρμάνι του Σουλτάνου Οσμάν Γ΄ (Μάιος 1755), π.χ. για τη Λέρο ήταν 32.000 άσπρα και για την Κάλυμνο 30.000 άσπρα. (120 άσπρα= 1 γρόσι, 120 γρόσια=1 χρυσή λίρα) . Αυτό το προνομιακό καθεστώς, επικυρωνόταν και τους επόμενους αιώνες με νέα φιρμάνια, παγιώνοντας το καθεστώς της αυτονομίας και διατήρησης του θεσμού των δημογεροντιών.

 

Οι Βενετοί στο Αιγαίο

Για έναν περίπου αιώνα, από τα μέσα του 16ου έως και τα μέσα του 17ου , η κυριαρχία των Οθωμανών στο Αιγαίο, αμφισβητήθηκε έντονα από τους Βενετούς, που έλεγχαν πολλά νησιά, στα οποία διατηρούσαν κάστρα. Και η Λέρος δέχτηκε μια τέτοια επίθεση, το 1648, από το Βενετό Leonardo Foscolo, ο οποίος βομβάρδισε το Κάστρο, γκρεμίζοντας τον ΒΔ οχυρωματικό πύργο του, τα θεμέλια του οποίου διακρίνονται μέχρι σήμερα.

O Λέριος μεσαιωνολόγος και χρονογράφος της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης Κωνσταντινοπόλεως, Μανουήλ Γεδεών, αναφέρει, ότι λίγοι Τούρκοι πρέπει να κατοικούσαν μόνιμα στη Λέρο, μέχρι τα χρόνια της Επανάστασης, όπως φαίνεται και από καταγραφές ονομάτων σε δικαιοπρακτικά έγγραφα του 17ου αιώνα . Αυτοί πάντως ήταν ελάχιστοι, μερικές οικογένειες. Όσον αφορά στην οθωμανική εξουσία, αυτή μάλλον περιοριζόταν σε λίγους στρατιώτες ή σε έναν μόνον αγά . Όλα τα νησιά κατοικούνταν και από λίγους Τούρκους. Μάλιστα επισημαίνει, ότι όλοι οι περιηγητές που τα επισκέφτηκαν δεν είδαν σε κανένα περισσότερους Τούρκους από τους Έλληνες κατοίκους τους. Αλλά, όπως γράφει, «είτε περισσότεροι είτε ολιγώτεροι ήσαν, αυτοί κατείχαν την εξουσίαν, οι δε Έλληνες ήσαν δούλοι. Καθώς εις πολλά χωρία μεσογειότατα, τοιουτοτρόπως και εις τας εν Αιγαίω Πελάγη νήσους, υπήρχον είς ή πλείονες τυραννίσκοι, πράττοντες ει τι αν ήθελον αναφερόμενον εις την καταπίεσιν των “γκιαβούρ” . Η Λέρος ηξιώθη να έχη πριν το 1800 έναν μικρόν τύραννον του οποίου το επώνυμον ήτο Σαχίνογλους».

Στη Λέρο αναφέρει, ότι υπήρχε και τζαμί για τις θρησκευτικές ανάγκες των Τούρκων που κατοικούσαν στο νησί. Το τζαμί αυτό επί Καποδίστρια το κατεδάφισαν και στα θεμέλιά του χόρευαν τη γιορτή του Πάσχα

Ένας Ρώσος περιηγητής στη Λέρο του 18ου αι.

Όταν ο Ρώσος περιηγητής Βασίλειος Γρηγόροβιτς Βάρσκυ επισκέπτεται τη Λέρο το 1731 , διαπιστώνει ότι οι ελάχιστοι « Αγαρηνοί» που βρίσκονταν στο νησί κατοικούσαν σε ένα μέρος ψηλά κοντά στο κάστρο και ζούσαν σε αρμονία με τους ντόπιους Χριστιανούς. Ο Βάρσκυ, μας άφησε και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λέρο του 18ου αιώνα και τους κατοίκους της, όπως και για τη Σχολή του μοναχού Δαμασκηνού, που λειτουργούσε στην Παναγιά του Κάστρου.

«Το νησί Λέρος δεν είναι μεγάλο…. Υπάρχει ένα μεγάλο χωριό, που βρίσκεται σε περιοχή νεκρή και τραχειά, στους πρόποδες ενός ψηλού πέτρινου βουνού, στην κορυφή του οποίου υπάρχει λιθόκτιστο φρούριο που χωρίζεται εσωτερικά με άλλα τρία τείχη. Σήμερα διαθέτει πέντε κινητά τηλεβόλα και αρκετά μεγάλο αριθμό βλημάτων. Άλλοτε διέθετε αρκετά τέτοια όπλα…. Στο χωριό της Λέρου οι χριστιανοί είναι αγαθοί, φιλόξενοι και ταπεινοί… Σ’ αυτόν τον τόπο όλος ο λαός μιλά καθαρά Ελληνικά, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις… Την εποχή αυτή υπήρχε στη Λέρο ένας μόνο δάσκαλος, ο οποίος γνώριζε στην εντέλεια τη φιλοσοφία και τη θεολογία. Ήταν μοναχός και ονομαζόταν Δαμασκηνός., άνθρωπος καλών ηθών, ενάρετος, ταπεινόφρων, γλυκύς, καλός και φιλόξενος…»

Η Σχολή του Μοναχού Δαμασκηνού

Ο Δαμασκηνός, κατά κόσμον Δημήτριος , ίδρυσε το 1726 μέσα στο Κάστρο Σχολή, στην οποία φοιτούσαν τότε πάνω από 20 μαθητές και διδάσκονταν από τον ίδιο το Δαμασκηνό Γραμματική, Φιλοσοφία και Θεολογία. Σε μια επιστολή του προς το θείο του, Γεράσιμο Ηρακλείας, έγραφε: «…και της πατρίδος το παχύ σκότος της βαρβαρότητος να αποτινάξω καθ’ όσον δύναμαι….»

Η Σχολή αυτή εξυπηρέτησε σε ικανοποιητικό βαθμό τις ανάγκες του νησιού, για πολλά χρόνια. Δημιούργημα της Σχολής ήταν και η περίφημη βιβλιοθήκη της Παναγιάς του Κάστρου , η οποία εμπλουτίστηκε με συνεχείς δωρεές, με ευάριθμα έργα, χειρόγραφα και έντυπα, από την αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και σημαντικά εκκλησιαστικά συγγράμματα. Είναι βέβαιο ότι πολλά από τα βιβλία αυτά χρησιμοποιούνταν ως εγχειρίδια και βοηθήματα διδασκαλίας στα χέρια των δασκάλων και των μαθητών της Σχολής. Η παλαιογραφική και ιστορική αξία κυρίως των χειρογράφων αλλά και των έντυπων βιβλίων είναι μεγάλη, πολλά από τα οποία κυριολεκτικά είναι γεμάτα από ερμηνευτικές σημειώσεις και ποικίλους σχολιασμούς.

Σε ένα από τα σωζόμενα χειρόγραφα υπάρχει η ενδιαφέρουσα σημείωση του μοναχού Γρηγορίου του Λέριου, η οποία δηλώνει τον πόθο των υποδούλων για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού:

«1770 Ιουνίου 24 έκαυσαν, την αρμάδαν του τούρκου η μόσκοβη, εις τον Τσεσιμέ, ημέραν Σάββατο».

Συμμετοχή των Λερίων στην Επανάσταση του 1821

Η συμμετοχή της Λέρου στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 είναι ελάχιστα γνωστή. Εξετάζοντας όμως το διασωθέν αρχειακό υλικό, μπορεί να διαπιστώσει κανείς σημαντικές ενέργειες των ελληνικών αρχών και των κατοίκων του νησιού της εποχής.

Οι Λεριοί, από το Μάιο του 1821, στάθηκαν στο πλευρό των άλλων νησιωτών, που σήκωναν το μεγάλο βάρος του αγώνα στη θάλασσα, με διάφορους τρόπους. Ο Θεόδωρος Μοσχονάς, Υπομνηματογράφος & Βιβλιοφύλαξ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, στο βιβλίο του «ΛΕΡΟΣ & ΛΕΡΙΟΙ», σημειώνει: «Το 1821 υψώθη η σημαία της Επαναστάσεως εις την Δωδεκάνησον, πρώτον εις την Πάτμον και ύστερον εις Λέρον. Ατρόμητοι Λέριοι, ως ο Τουρκομάνωλος, ο Κρασούζης και οι δύο αδερφοί Χατζή Μανώλη, έδραξαν τα όπλα. Είς των αδερφών Χατζή Μανώλη πληγωθείς βαρέως εν Κρήτη, απέθανεν εις το Ναύπλιον»

Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα η Λέρος στάθηκε σημαντική βάση ανεφοδιασμού του στόλου μας, αλλά και δέχτηκε συχνά επισκέψεις από αυστριακά και τουρκικά πολεμικά πλοία, πράγμα που καταδεικνύει τη στρατηγική σπουδαιότητα των λιμανιών της.

Επιστολή των Προκρίτων της Λέρου προς τους Υδραίους

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επιστολή που έστειλαν οι Λέριοι στην επαναστατική κυβέρνηση, στην οποία δήλωναν απερίφραστα το σύνθημα του απελευθερωτικού αγώνα «Ελευθερία ή Θάνατος». «Προς τους άρχοντας και ηγεμόνας του γένους, και της των ορθοδόξων Ελλήνων κοινής ελευθερίας… Μεγίστην αγαλλίασιν και ανεκλάλητον χαράν επροξένησεν ημίν τοις εν τη νήσω Λέρω ταπεινοίς χριστιανοίς αυτή η αγαθή αγγελία της εκ του βαρβαρικού ζυγού ελευθερίας, την οποίαν πληροφορηθέντες δια των εκλάμπρων γραμμάτων του ευσεβεστάτου μπεϊζαντέ κυρίου Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ευχαριστήριον ύμνον από ψυχής ανεπέμψαμεν τω ούτως ευδοκίσαντι αγίω Θεώ γενέσθαι…»

Στη συνέχεια εκφράζουν την συμπαράταξή τους στον κοινό της ελευθερίας αγώνα, γι’ αυτό στέλνουν δυο εκπροσώπους τους Λεριούς, δηλώνοντας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την προθυμία τους ή να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν. «Δια τούτο και ημείς, ως όντες μέρος της των λοιπών χριστιανών ομηγύρεως, εξεπίτηδες επέμψαμεν καΐκιον εδικόν μας και ανθρώπους δύο, από μέρους του κοινού μας, τον τε κυρ Μανώλην Ρεπαπή και τον κυρ Μανώλην Χρήστου, δια να έλθωσιν εις προσκύνησιν υμετέραν και να σας ειδοποιήσωσι δια ζώσης φωνής, ότι και ημείς άπαντες είμεθα πρόθυμοι δια την του γένους ελευθερίαν και απαλλαγήν να αποθάνωμεν…»

Μέσα από την επιστολή αυτή, παρουσιάζεται ανάγλυφα η μεγάλη αναστάτωση που επικρατεί στην περιοχή. Έχουν ήδη φτάσει στη Λέρο οι πρώτοι πρόσφυγες από την ανατολή, δηλαδή τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, 20 οικογένειες, κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Οι Λεριοί και γενικά οι γύρω νησιώτες είναι αποκλεισμένοι και εγκλωβισμένοι στα λιμάνια τους, με αποτέλεσμα να βιώνουν δυστυχία και πείνα, τα αποτελέσματα κάθε πολέμου.

Πιο κάτω αναφέρονται στην πενιχρή ναυτική δύναμη του νησιού, μερικά μόνο καΐκια, απ’ τα οποία μόνο δύο είναι μεγαλύτερα και πιθανόν αξιόμαχα. Υπογραμμίζουν όμως την παντελή έλλειψη πολεμοφοδίων και δηλώνουν απερίφραστα ότι είναι παντελώς φτωχοί και άρα δεν είναι σε θέση μόνοι τους να τα εξοπλίσουν. «…να μας βοηθήσητε όσον εν τάχει ει τα χρειώδη και αναγκαία ….να ξεκινήσωμεν καν αυτά τα δύο καΐκια από το νησίον μας προς διαφέντευσιν του γένους, και εις παντελή αφανισμόν των απίστων Αγαρηνών. …

Έτσι, μπορούμε να πούμε, ότι οι Λέριοι τους πρώτους μήνες της Επανάστασης συμμετείχαν στον κατά θάλασσα αγώνα, με τα δύο αυτά μικρά πλοία, «λεύκες», των καπεταναίων Χ Μποναπάρτη και Γεωργίου Παπαμανώλη.

 

Μύηση των Προκρίτων της Λέρου στη Φιλική Εταιρεία

Ένα άλλο έγγραφο των προκρίτων της Λέρου, με ημερομηνία 30 Μαΐου 1821, προς τον απεσταλμένο του Υψηλάντη, Δημήτριο Θέμελη, αποκαλύπτει, ότι η Λέρος ύψωσε τη σημαία της επανάστασης στις αρχές Μαΐου του 1821, μετά από επίσκεψη ενός πλοίου, το οποίο φαίνεται γύριζε τότε από νησί σε νησί και ξεσήκωνε τους νησιώτες. «…καθημερινώς εδοκιμάζαμεν, να υψώσωμεν την θείαν σημαίαν του Τιμίου Σταυρού, την οποίαν και μας επαραθάρρυνε ένα ελληνικόν πλοίον όπου ευρέθη εις ημάς, και ευθύς χωρίς αναβολήν καιρού εστείλαμεν εις Ύδραν προς το σώμα της ελληνικής αρμάδας να μας διδάξη και να μας οδηγήση τους σκοτεινούς εις το φως και να μας βοηθήση από μονιτσιόνες και όσα άλλα μας ήτον χρειαζόμενα…»

Το ίδιο έγγραφο αναφέρει, πως η μύηση των Δημογερόντων της Λέρου στη Φιλική Εταιρεία έγινε από το Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα. «… τη επιστασία δε και του κυρίου φιλογενούς και ευπάτριδος Αντωνίου Πελοπίδου όπου ως άλλος Παύλος μας εδίδαξε και μας εκατήχησε εκείνα όσα μας ήτον ελλειπή … ωρκίσθημεν δε άπαντες εις την πίστιν της ελευθερίας υποσχόμενοι φυλάξαι αυτόν τον θείον νόμον…»

Το 1823, μετά από σχετικές ενέργειες του Εμμανουήλ Ξάνθου στο Ναύπλιο, τα τέσσερα νησιά Πάτμος, Λέρος Κάλυμνος και η Ικαρία αποτέλεσαν την Επαρχία της Τετρανήσου, με έδρα την Πάτμο και έπαρχο τον Μιχαήλ Ρεΐση.

Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Β΄

Ξεχωριστή μορφή του Αγώνα στην περιοχή υπήρξε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Β΄ Παγκώστας, ο οποίος καταγόταν από επιφανή οικογένεια της Πάτμου. Η μύησή του στη Φιλική Εταιρεία από τον Αντώνιο Πελοπίδα, το Μάρτιο του 1820, θα αποτελέσει την απαρχή της εθνικής του δράσης. Η συμμετοχή του όμως στην Ελληνική Επανάσταση έγινε γρήγορα γνωστή και του στοίχισε το Θρόνο του, το 1825. Ο Θ. Μοσχονάς γράφει χαρακτηριστικά για το Θεόφιλο.

«Οφείλομεν να υπογραμμίσωμεν ότι ο Θεόφιλος υπήρξεν εκ των μοχλών της Ελληνικής Επαναστάσεως. Δεν είχεν ευκαμψίαν οσφύος. Επόνει τον πόνον του σκλαβωμένου Έθνους. Προσεμαρτυρούν τούτο οι φλογεροί λόγοι του, αι πράξεις του, η αυτοθυσία του…Ότε μεν εκάλυπτε την Αγίαν Τράπεζαν δια της Σημαίας του Σταυρού, ότε δε δια των ευχών του μετέτρεπε τα καλύμματα της Αγίας Τραπέζης εις Εθνικά Λάβαρα.» Πρώτος αυτός από την Πάτμο έστειλε ενθουσιώδεις επιστολές προς τους Δωδεκανησίους, προτρέποντάς τους να εξεγερθούν. Στις 27 Απριλίου 1821, με επιστολή του από το νησί της Αποκάλυψης προς τον επίσκοπο Λέρνης Ιερεμία και τους προύχοντες των νησιών Λέρου και Καλύμνου, τους προτρέπει να πολεμήσουν «περί πίστεως και πατρίδος, περί γυναικών και τέκνων».

«…Ας μην αμελήσωμεν τοιούτον επιτήδιον καιρόν δια να μη μείνωμεν αιώνιοι σκλάβοι και δούλοι του απάνθρωπου και άγριου τυράννου, … Οι νέοι με τα όπλα, οι γέροντες με τας ευχάς και παραινέσεις, οι ιερείς με τας ευλογίας και προς τον Θεόν δεήσεις, όλοι ομού ηνωμένοι του Ελληνικού ονόματος κληρονόμοι, πολεμήσατε γενναίως περί πίστεως, περί πατρίδος, περί γυναικών και τέκνων, περί πάσης γενεάς…Φανήτε υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και Πατρίδος…»

Τον Αύγουστο του 1924, θα παραστεί στα γεγονότα της εκστρατείας υπέρ της Σάμου, που κατέληξε στη Ναυμαχία του Γέροντα. Από το ένα πλοίο στο άλλο, με το άγιο ποτήριο στο χέρι θα μεταλάβει τα ελληνικά πληρώματα και μάλιστα «…με υποτρέμουσα χείρα έρριψε την πρώτην βολήν κατά της ναυαρχίδος, ής επέκοψεν η οβίς τον φέροντα το σήμα του Τούρκου ναυάρχου ιστόν, τουθ’ όπερ εθεωρήθη ευοίωνον γεγονός, εμψυχώσαν έτι περισσότερον τους μαχομένους».

Ο Επίσκοπος Λέρνης Ιερεμίας

Το Μάιο του 1821, ο Ευάγγελος Μαντζαράκης συνάντησε στην Κάλυμνο τον Επίσκοπο Λέρνης Ιερεμία Πατελλάκη και συμφώνησαν στην ίδρυση της ¨Εφορείας του Γένους», με σκοπό την οργάνωση της Επανάστασης στην περιοχή. Πρόεδρος της Εφορείας οριζόταν ο Επίσκοπος Ιερεμίας. Ο ρόλος του Ιερεμία, στην εξέγερση των Καλυμνίων και των Λερίων υπήρξε καθοριστικός, όπως φαίνεται και από δύο επιστολές που σώζονται στο αρχείο της Μονής Πάτμου Με έγγραφο του Ιερεμία, από την Κάλυμνο, προς τους εφόρους της Πάτμου (8 Μαΐου1821), επιβεβαιώνεται ο ξεσηκωμός των νησιών. Στην επιστολή αυτή παρακαλεί τους Πατμίους να στείλουν πολεμοφόδια, για να μπορούν οι κάτοικοι της Καλύμνου να αποκρούουν επιθέσεις που δέχονταν από τους Τούρκους των γειτονικών περιοχών. Γράφει ανάμεσα σε άλλα.

«… Είδαμεν δε να μας γράφετε προσέτι εις το να είμεθα προσεκτικοί και να ανδριωθώμεν κατά των τυράννων μας. Και κατά τούτο να μην αμφιβάλλετε ότι τα παλληκάρια της πατρίδος μας τα έχομεν τόσον ενθουσιασμένα όπου βέβαια αν είχον δύναμιν, έπρεπε να εκτελέσουν θαύματα. Η αδυναμία όμως άλλη δεν είναι ειμή πλοίων και ζαχιρέδων πολέμου (πολεμοφοδίων)».

Ελληνικά πολεμικά βρίσκουν καταφύγιο στη Λέρο

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, πολεμικά του στόλου ελλιμενίζονταν και ανεφοδιάζονταν στα φιλόξενα λιμάνια της Λέρου. Ο υπολιμενάρχης Λέρου, Νικόλαος Τράκας, στις 7 Μαρτίου 1823, υποδέχτηκε θερμά το πλοίο «Θεμιστοκλής» του ναυάρχου Δημ. Σαχτούρη, όπως φαίνεται από σχετική αναφορά του στο ημερολόγιο του πλοίου.

«Κατά την εις τα τέλη του παρελθόντος εκστρατείαν & περιήγησιν με το πλοίον μου επονομαζόμενον Θεμιστοκλής εξ ύδρας εις την Ασιατικήν του Αρχιπελάγους Οθωμανικήν επικράτειαν έφθασα ελιμενισθής περί τας 7 του τρέχοντος ενταύθα ένθα η φιλογένεια και ο πατριωτισμός του Κυρίου Νικολάου Τράκα λιμενάρχου της αυτής νήσου με υποχρέωσε τα μέγιστα. Εις ένδειξιν δίδομι το παρόν. Εν λέρω εκ του πλοίου Θεμιστοκλέους τη 7 Μαρτίου 1823 καπιτάν δημήτρης σαχτούρης» Η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος, στις 5 Αυγούστου 1823, διορίζει τον Νικόλαο Τράκα Επίτροπο και Ταμία των «εθνικών δοσιμάτων», με αποστολή να συνεργαστεί με τους προεστούς για την συγκέντρωση της «δεκάτης» και των λοιπών εισφορών της Λέρου προς το ελληνικό ταμείο του αγώνα.

Ψαριανοί πυρπολητές στη Λέρο

Μετά την καταστροφή των Ψαρών και την πυρπόληση της τουρκικής φρεγάτας στη Σάμο από τον Κανάρη Κωνσταντίνος Κανάρης(Ιούλιος 1824), ο ελληνικός στόλος συγκεντρώθηκε στην Πάτμο, όπου αποφασίστηκε να σταλούν έξι πυρπολητές, δύο από κάθε νησί (Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά), για να προσβάλουν μερικά πλοία τουρκικά που κινούνταν απέναντι από το φρούριο της Κω.

Στο ημερολόγιο του Γ. Σαχτούρη διαβάζουμε: «Τρίτη 19 Αυγούστου. Εις την άγγυραν εν Πάτμω. Κοινή συνελεύσει απεφασίσθη να σταλώσι τρία πολεμικά και τρία πυρπολικά εις Λέρω δια να δοκιμάσουν ίσως επιτύχουν να τα ρίψουν κατά του εχθρού, ρίψαντες δε λαχνούς έπεσε του καπετάν Δοκού.»

Οι πυρπολητές έφτασαν με τα πυρπολικά τους στη Λέρο και ανέβηκαν στο Κάστρο από όπου παρακολουθούσαν τις κινήσεις του εχθρού, με σκοπό να τους αιφνιδιάσουν. Πριν προλάβουν όμως να κινηθούν, τα εχθρικά πλοία έφυγαν από την Κω, προς την απέναντι Αλικαρνασσό, όπου ναυλοχούσαν πολλά δικά τους πολεμικά. Επειδή η φυγή τους ήταν κάπως εσπευσμένη, αποδόθηκε σε προδοσία κάποιων Λεριών, οι οποίοι πήγαν τάχα κρυφά και ειδοποίησαν τον εχθρό, με αποτέλεσμα να αποτύχει το σχέδιο των πυρπολητών. Η βαριά αυτή κατηγορία της προδοσίας δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, όπως ισχυρίζεται ο Οικονομόπουλος. «…Ερευνήσαντες επισταμένως περί της προσαπτομένης ταύτης βαρείας μομφής εις τους Λερίους, εβεβαιώθημεν, ότι ουδαμώς αύτη στηρίζεται εις θετικάς αποδείξεις, αλλ’ είναι πόρισμα απλής υπονοίας, ήν ήγειρον εις τον νουν των γενναίων ναυμάχων μας η τυχαία ίσως, όσον και έγκαιρος, του τουρκικού στολίσκου μεταστάθμευσις από την Κω εις Αλικαρνασσόν.

Οι Λεριοί πληροφορούν το στόλο για τις κινήσεις των Τούρκων

Δεν πρέπει να ευσταθεί αυτή η κατηγορία και για τον εξής λόγο. Οι Λέριοι εκείνες ακριβώς τις ημέρες έστελναν πληροφορίες για τις κινήσεις των τουρκικών πλοίων στην περιοχή. Στα Ιστορικά Ημερολόγια του Ναυτικού Αγώνος του 1821, ο αντιναύαρχος Γεώργιος Σαχτούρης, δυο βδομάδες πριν τη Ναυμαχία του Γέροντα, σημειώνει ότι οι Λεριοί, με επιστολή τους, πληροφορούν τον ελληνικό στόλο για τις κινήσεις του εχθρού.

«Αυγούστου 14. Πέμπτη. Εις την Άγκυραν. Με εξεπίτηδες ευκαιρίαν αποσταλμένην από Λέρω μανθάνομεν με βεβαιότητα την ένωσιν των δύο εχθρικών στόλων. Το εσπέρας εξαποστείλαμεν τον κπ. Ν. Βώκον δια κάβο κολλόναις και Ύδραν στέλλοντες προς τον Ναύαρχον το ίδιον γράμμα των Λερίων δια να ίδη και να στείλλη εις τους εις Ύδραν προς οδηγίαν των…»

Αναφορές για τη Ναυμαχία του Γέροντα

Κατά τη Ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824, ημέρα Παρασκευή), ο ενωμένος Τουρκο-Αιγυπτιακός στόλος, υπό τον Χοσρέφ και τον Ιμπραήμ Ιμπραήμ Πασάς, διαλύεται από τις συντονισμένες ενέργειες των ελληνικών πολεμικών, που διοικούσε ο τον Ανδρέας Μιαούλης. Άλλα πλοία του κατέφυγαν στην Αλικαρνασσό και άλλα κατευθύνθηκαν προς Λέρο. Λίγα μίλια ανατολικά του νησιού, πυρπολήθηκε, από τον Υδραίο πυρπολητή Βατικιώτη, μια Τυνισιακή φρεγάτα, 38 πυροβόλων και αιχμαλωτίστηκε ο μπέης πλοίαρχός της . Ο Διονύσιος Οικονομόπουλος, όταν επισκέφτηκε τη Λέρο, το 1885, γνώρισε γέροντες, οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες της περίφημης ναυμαχίας:

«… Της ναυμαχίας ταύτης εγένοντο θεαταί οι κατά την εποχήν εκείνην νεαροί Λέριοι, εφ’ όλην την ημέραν μετά παλμών καρδίας θεώμενοι, ως διηγήθησαν ημίν επιζώντες γέροντες, από των υψωμάτων της νήσου το προ των ποδών των ανελιχθέν φοβερόν δράμα της ανίσου εκείνης του μύρμηκος προς τον λέοντα πάλης, και την μακράν και ισχυράν από του Γέροντα μέχρι της Λέρου και της Ληψού παράταξιν των τουρκικών δικρότων και φρεγατών, διασπωμένην υπό των μικρών και ευαρίθμων των Ελλήνων πλοίων, και διασκορπιζομένην κακώς υπό των φοβερών αυτών πυρπολικών…»

Προσάρτηση στην Ελεύθερη Ελλάδα

Για μια δεκαετία, λοιπόν, από το 1821 έως το 1831, η Λέρος είχε συμπεριληφθεί στην ελεύθερη ελληνική επικράτεια. Το 1829, διορίστηκε ο Πάνος Μοναστηριώτης διοικητής της Τετρανήσου, με έδρα την Πάτμο ενώ ο Δήμαρχος, Μάρκος Ρεΐσης, ύψωσε επίσημα την ελληνική σημαία στο νησί. Τότε στη Λέρο διορίστηκε ο Χαραμής ως οικονομικός Έφορος της Ελληνικής Πολιτείας. Εκείνη την περίοδο έγγραφα και συμβόλαια συντάσσονταν «εν ονόματι της Ελληνικής Πολιτείας και του Κυβερνήτου, φέροντα την Ελληνικήν σφραγίδα με την ένοπλον Αθηνάν εν τω μέσω…» .

Μια ευχαριστήρια επιστολή της Δημογεροντίας Λέρου προς τον Έκτακτο Επίτροπο των Ανατολικών Σποράδων, Ιωάννη Κωλέττη Ιωάννης Κωλέττης, το 1829, φανερώνει τα αισθήματα των Λερίων προς την Κυβέρνηση του Καποδίστρια, για τους εύστοχους χειρισμούς σε θέματα διοίκησης:

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Προς τον Έκτακτον Επίτροπον των Ανατολικών Σποράδων κ. Ιωάννη Κωλέττη, Η Δημογεροντία της νήσου Λέρου: Απολαβόντες καθ’ όλην την έκτασιν οι κάτοικοι της Νήσου μας τα αγαθά, όσα δύναται να ελπίσει λαός εις μίαν ελευθέραν Πολιτείαν, διευθυνόμενοι από διοίκησιν πατρικήν, επιφόρτησαν ημάς να εκφράσωμε τα ζωηρά αισθήματα της ευγνωμοσύνης του προς την Α.Σ. τον Σεβαστόν ημών Κυβερνήτην, δια τας αξιολόγους εκλογάς τας οποίας η φιλοστοργική αυτού κηδεμονία κάμνει εις τους Διοικητάς τους οποίους διορίζει. Ο δυστυχής λαός της νήσου ταύτης δεν δύναται αμη να ευγνωμονεί τόσον δια την προλαβούσαν της εκλαμπρότητός σας εκλογήν, όσον και δια την δευτέραν του ήδη θαυμασίως διοικούντος αυτάς κυρίου Π. Μοναστηριώτου Όθεν η Δημογεροντία αυτή σύμφωνος κατά πάντα αναφέρει αυτά προς την εκλαμπρότητά σας και παρακαλεί να τα κοινοποιήσετε εις την Σεβαστήν Κυβέρνησιν προς σημείον ευγνωμοσύνης και ευχαριστήσεώς μας. Υποσημειούμεθα με βαθύτατο σέβας. Εν Λέρω τη 6 Οκτωβρίου 1829, Οι Δημογέροντες Μιχαήλ Ιωάννου, Ιωάννης Κανδιόγλους, Νικήτας Μαράδος, Μανόλης Ρεπαπής»

Παραχώρηση και πάλι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3 Φεβρουαρίου 1830, οι Μεγάλες Δυνάμεις απεφάσισαν τα νησιά των Νοτίων Σποράδων να παραχωρηθούν και πάλι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα την Εύβοια. Δύο χρόνια μετά, με τη συνθήκη του Λονδίνου, 7 Μαΐου 1832, την οποία υπέγραψε η κυβέρνηση του Όθωνα, το γεγονός οριστικοποιήθηκε και η Τετράνησος (Λέρος, Κάλυμνος, Ικαρία και Πάτμος) έπαψε να υπάγεται στη Διοίκηση της Σάμου, η οποία ανακηρύχθηκε αυτόνομη Ηγεμονία και η ελληνική διοίκηση αποσύρθηκε από τη Λέρο. Στο νησί όμως εξακολούθησε να παραμένει ανεπίσημα ο Χαραμής, ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας αναφέρει σε επίστολή του προς τους Λεριούς: «Μεγάλη θα ήτο η χαρά μου, εάν και η νήσος σας απετέλει μέρος του Ελληνικού Κράτους. Δυστυχώς αι Σύμμαχοι Δυνάμεις, άλλως απεφάσισαν και η Πατρίς σας από τούδε συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των νήσων αίτινες επιστρέφονται εις την Τουρκίαν…» Οι κάτοικοι, όμως, αντέδρασαν και έστειλαν αντιπροσώπους τους στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας απελπισμένα να συμπεριληφθούν τα νησιά τους στην ελληνική επικράτεια του νεοσύστατου κράτους. Μάταια όμως!

Διεκδίκηση αυτονομίας

Βλέποντας, ότι η ένωση με την Ελλάδα, στις παρούσες συνθήκες ήταν αδύνατη, οι νησιώτες αποφάσισαν να στείλουν το 1833 αντιπροσώπους τους στην Κωνσταντινούπολη, διεκδικώντας αυτονομία. Αντιπρόσωποι της Λέρου ήταν ο Διαμαντής Ρεΐσης και Νικόλαος Μιχαήλ. Το σχετικό υπόμνημα που υπέβαλαν στο Μεγάλο Βεζίρη Χασάν Μπέη, αλλά και τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων, για διατήρηση των καθεστώτων του maktu και της αυτοδιοίκησης, ικανοποιήθηκε εν μέρει.

Αναγνώριση του προνομιακού καθεστώτος

Δύο χρόνια μετά, το 1835, αναγνωρίστηκε με φιρμάνι το προνομιακό καθεστώς της Τετρανήσου, με ετήσιο κατ’ αποκοπή φόρο 80.000 γροσίων, που θα κατέβαλλαν στο Διοικητή Ρόδου. Τη διοίκηση εξακολουθούσε να ασκεί η Δημαρχία με το δημαρχοσυμβούλιο, θεσμός που εκπροσωπούσε την Λέρο. Ήταν υπεύθυνη για την καταβολή του φόρου και δημοπρατούσε την Δεκάτη, το Δικαίωμα της Κοινής Σχολής και του Λιμένος. Επιπλέον ασκούσε δικαστικά καθήκοντα, που επικυρώνονταν από την οθωμανική αρχή. Μοναδικός εκπρόσωπος της Πύλης στο νησί ήταν ένας σούμπασης που η Λέρος τον μοιραζόταν και τον μισθοδοτούσε μαζί με την Πάτμο και την Ικαρία