Newsletter

 
     
     
 
     
   
   
   
   
   
   
   
 
   
   
   
   
   
   
   
   
   

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟΣ

«Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ»

ΣKHNIKO
Ένας λόφος, ξερά δέντρα. Θάμνοι. Ένας μεγάλος βράχος στη μέση.
Σκοτάδι. Ακούγονται παρατεταμένα χειροκροτήματα, επευφημίες, που σιγά σιγά σβήνουν.
Ανάβουν αργά τα φώτα ενώ ακούγεται ένα τραγούδι. Μπαίνει ο Χάρης, είναι ντυμένος με θεατρικό κοστούμι και μακιγιαρισμένος. Κρατάει ένα μπόγο που μέσα κουβαλάει θεατρικά σύνεργα καμαρινιού. Ερευνεί το τοπίο με πολύ αργές κινήσεις και αρχίζει να βγάζει από το μπόγο ένα-ένα τα πράγματα και σταδιακά κατά τη διάρκεια του μονολόγου που θα ακολουθήσει, στήνει το υπαίθριο καμαρίνι του. Το στήσιμο του καμαρινιού ολοκληρώνεται στο τέλος του έργου, αφού πιεί το τελευταίο ποτήρι κρασιού, λέγοντας την φράση «ΤΕΛΕΙΩΣΕ-ΤΕΛΕΙΩΣΕ».

 

Μην το αναβάλλεις
αφού το αποφάσισες.
Ετοίμασε το ταξίδι σου με ευλάβεια.
Τέτοιο ταξίδι άλλο δεν θα βρεις,
δεν θα γνωρίσεις.
Πάρε μαζί σου τα πιο σημαντικά.
Ότι αγάπησες πραγματικά.
Πάρε μαζί τα λάθη σου.
Αυτά σου δίδαξαν την αρετή.
Πάρε τις αμαρτίες σου.
Αυτές που τη ζωή σου ομόρφυναν.
Και άφησε πίσω
πάθη, έχθρες, μίση, αδικίες,
σκύβαλα περιττά.
Ριχτά στη λήθη των Ταρτάρων.
Ξεκίνα το ταξίδι σου νωρίς,
να απολαύσεις την ηδονή
της πρωινής δροσιάς.
Ένα ξημέρωμα αλλιώτικο,
με  χρώματα παρήγορα.
Άσε το άγνωστο να σε μαγέψει
και παραδώσου στα βήματα του φεγγαριού,
που οδεύει προς τη δύση του... Γαλήνια...

 

ΧΑΡΗΣ: Πάει και αυτή η παράσταση, τέλειωσε. Τέλειωσε θριαμβευτικά.  
(Γελάει ειρωνικά).
Πέντε αυλαίες. Γέλια. Ατέλειωτα χειροκροτήματα... (Παύση).
Και λοιπόν; Και λοιπόν; (Παύση). Μετά το κλείσιμο της τελευταίας αυλαίας, ερημιά. Σαν να μη συνέβη τίποτα. Η αίθουσα άδειασε. (Παύση). Έμεινα μόνος.
Τον τελευταίο καιρό έτσι γίνεται. Αλλά και την ώρα της παράστασης, ένιωθα τα βλέμματα των θεατών να είναι κολλημένα απάνω μου σαν βδέλλες που ρουφούσαν την αξιοπρέπεια μου με λαιμαργία. Και εγώ δεν μπορούσα να αντιδράσω. 
Ας είναι! Τώρα εδώ θα στήσω το θέατρο μου. Εδώ θα χτίσω μια καινούρια καριέρα. Αλλιώτικη. (Κοιτάζει τον ουρανό).Τα αστέρια είναι καλοί θεατές. Κοίτα! Κοίτα, τι αρμονία υπάρχει εκεί πάνω! Τι ταπεινότητα! Ένας ολόκληρος γαλαξίας περιμένει! Αλλά και κάτω, όλα τα στοιχειά της φύσης, θεατές μου κι αυτά. Τι άλλο θέλω;
Τι άλλο θέλω; (Πιάνει έναν καθρέφτη και κοιτάζεται. Κουνάει απελπισμένα το κεφάλι του. Σκουπίζει ένα δάκρυ απο το μάγουλό του). Κανένας δεν πρόσεξε τούτο το γέρικο κορμί που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην τέχνη και στην τεχνική. Ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα. Στο ψέμα. (Απευθύνεται στους θεατές που άφησε πίσω του). Σας κορόιδεψα ρε! Δεν άντεχα άλλο τον καθωσπρεπισμό σας. Σας ξεγέλασα και δεν καταλάβατε τίποτα. Τίποτα. (Παύση).
Ή μήπως καταλάβανε και χειροκρότησαν από ευγένεια, από οίκτο. (Παύση). Χειροκρότημα από οίκτο. Χειροκρότημα από οίκτο. Από οίκτο. Τι ευτελισμός!
Τι ξεπεσμός! Ε, λοιπόν αυτόν τον ξεπεσμό δεν τον αντέχω. Τον αρνούμαι. Τον αρνούμαι! (Παίρνει από μια ανθοδέσμη ένα λουλούδι και το μυρίζει). Αυτό ήτανε! Ότι είχες να δώσεις, το’ δωσες. Τώρα πια είσαι για πέταμα. Άχρηστο. (Το πετάει.Κοιτάζει στον καθρέφτη). Ότι ήτανε να δώσω το έδωσα. Τώρα; Τώρα;
Τι γίνεται τώρα;  Κανείς δεν με αγκάλιασε. Κανείς δε μου έσφιξε το χέρι. Έφυγαν. Έφυγαν αδιάφοροι. (Πάυση). Τότε γιατί χειροκρότησαν,
γιατί χειροκρότησαν; Υποκρισία! (Παίρνει την ανθοδέσμη και την κοιτάζει).
Η πολυτέλεια της ελεημοσύνης, γεμάτη από τα δήθεν της ψευτοδιανόησης.  (Πετάει την ανθοδέσμη και διαβάζει σημειώματα).                                  

«Σου ευχόμαστε κάθε επιτυχία».

«Η επιτυχία σου είναι δεδομένη».

«Μπράβο, αντέχεις ακόμα. Γίγαντα».

«Κουράγιο, μια ακόμα δημιουργία, θα συμπληρώσει το βιογραφικό σου». (Επαναλαμβάνει με πικρή ειρωνία). Μια ακόμη δημιουργία, θα συμπληρώσει το βιογραφικό μου! (Καυγχάζει). Αχ! Καημένε Χάρη... Καημένε Χάρη... Τώρα, ο ηθοποιός υποκρίθηκε στους θεατές ή οι θεατές στον ηθοποιό; Πως αλλάζουν τα πράγματα όταν αντιστρέφονται. (Πάυση. Σκίζει τις κριτικές). Δεν με αφορούν πια όλα αυτά τα δήθεν. Τα απεχθάνομαι. Δεν τα δέχομαι. Αρνούμαι. Αρνούμαι. (Παύση).   (Παίρνει ένα μπουκαλάκι, το κοιτάζει,  ρίχνει το περιεχόμενο του στο μπουκάλι με το κρασί και διαβάζει την ετικέτα που έχει το μικρό μπουκαλάκι). Ανώδυνο, αποτελεσματικό σε διάρκεια τεσσάρων ωρών. Μάλιστα... Μάλιστα... Σε διάρκεια τεσσάρων ωρών. (Γεμίζει το ποτήρι με κόκκινο κρασί, το σηκώνει και το κοιτάζει).
Οίνος, ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου, καρδίαν ανθρώπου. (Πίνει).Ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου. Δεν μας είπε κανείς όμως, τι χρειάζεται μια τέτοια καρδιά, σε ένα κορμί που έχει πάρει την κατιούσα. Σε ένα κορμί, που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της. (Κοιτάζει το φεγγάρι). Ε, ψιτ! Σήμερα έχεις την τιμητική σου, είσαι ολόγιομο. Ποιος τη χάρη σου. Κάθε δεκαπέντε ημέρες γεμίζεις. Μετά, σιγά σιγά αδειάζεις και μετά πάλι με τον ίδιο τρόπο ξαναγεμίζεις. Αυτό κρατάει αιώνες τώρα.
Πώς τα καταφέρνεις και δεν φθείρεσαι εσύ; Αλλά βέβαια, το φως που εκπέμπεις δεν είναι δικό σου. Εσύ, τη δική σου ενέργεια την κρατάς για τον εαυτό σου. Δεν ξοδεύεσαι. Το φως που δίνεις, το παίρνεις δανεικό από τον ήλιο. Έτσι εσύ μένεις άφθαρτο, ενώ εμείς οι άνθρωποι για κάθε χαρά της ζωής ξοδιάζουμε μέρος της ενέργειάς μας,  μέρος του εαυτού μας, τα ίδια τα κύτταρά μας. Για πες μου, είσαι ευτυχισμένο; Ποιός ξέρει... Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αλλά τι ευτυχία μπορεί να υπάρξει όταν δεν ξοδέψεις κομμάτι από το είναι σου, μέρος της δύναμης σου;
Το ξόδιασμα φίλε είναι η ζωή. Η ζωή που σιγά σιγά αφανίζεται και μένεις στεγνός, αφυδατωμένος. Με μια καρδιά όμως που πάλλεται, αναζητώντας κι άλλη ζωή. Γιατί έτσι πλάστηκε. Να είναι αχόρταγη από συναισθήματα. Αγάπης, μίσους, νοσταλγίες, ελπίδες και αμάχες. (Τακτοποιεί ακόμα μερικά πράγματα πάνω σε ένα βράχο που τον χρησιμοποιεί  για πάγκο καμαρινιού) .Έτσι που λες φίλε. Πιστεύω, πως εγώ είμαι πιο πάνω από σένα. Γιατί εγώ χάρηκα τη ζωή. Πόνεσα τη ζωή. Ερωτεύτηκα τη ζωή. Ένιωσα την ηδονή της ευτυχίας. Ενώ εσύ; Εσύ, μένεις με την ικανοποίηση ότι μεταφέρεις το φως του ήλιου, που το δημιουργεί καίγοντας τις σάρκες του, για να φωτίσει τη γη. Μη χαίρεσαι λοιπόν που είσαι ένα κάτοπτρο του ήλιου. (Παύση συνεχίζει να τακτοποιεί το καμαρίνι του). Κι όμως, πόσες ζωές δεν χτίστηκαν κάτω από το φως σου! Πόσους έρωτες δεν δημιούργησες με τις μαγικές σου φεγγαροβραδιές! (Αλλαγή φωτισμού. Εμφανίζεται μια γυναίκα).

ΒΑΣΙΛΙΚΗ : Μιλάς με το φεγγάρι; Μοιάζει με μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Ξέρεις;
Είσαι καλός! Άξια κέρδισες.

ΧΑΡΗΣ: Εσύ;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Ναι, εγώ. Σου κάνει εντύπωση; Με κέρδισες στο πινγκ πονγκ και δεν στο συγχωρώ.

ΧΑΡΗΣ (Χαμογελώντας) : Δεν το ’θελα.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Ας είναι. Εγώ πιστεύω ότι ήθελες τη νίκη. Εγωιστικό βέβαια, αλλά θεμιτό.Για να με εντυπωσιάσεις.

ΧΑΡΗΣ (μέσα σε σκέψη): Το φεγγάρι δεν είναι μπαλάκι του πινγκ πονγκ.
Είναι μια σφαίρα γεμάτη θύμισες. Γιατί ήρθες απόψε;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Με ζήτησες. Δεν μπορούσα να αρνηθώ την επιθυμία σου.
Θυμάμαι εκείνο το βράδυ, σε κείνο το νταμάρι κάτω από τους βράχους. Πανσέληνος και εμείς αγκαλιασμένοι. Μου έδωσες το πρώτο σου φιλί. Ήταν Παρασκευή.

ΧΑΡΗΣ: Μας βρήκε αγκαλιασμένους το ξημέρωμα, θυμάμαι. Εκεί αφήσαμε έναν ανικανοποίητο έρωτα. Μετά σε έχασα για πολύ καιρό.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Για δεκαπέντε χρόνια. Όταν σε είδα στην αφίσα και σου τηλεφώνησα.

ΧΑΡΗΣ: Αυτό το τηλεφώνημα ήταν για μας μια καινούργια αρχή.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ (Τον αγκαλιάζει): Δεν ξέρεις πόσο μου έλειψες!   

ΧΑΡΗΣ: Ήμουνα μαζί σου θυμωμένος.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Γιατί;

ΧΑΡΗΣ: Το ξέρεις. Όταν ήρθες να με επισκεφθείς σε εκείνο το φυλάκιο με παρέα ζήλεψα.Ζήλεψα αφάνταστα!

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Χωρίς λόγο.

ΧΑΡΗΣ: Μέσα στη μοναξιά που ένιωθα εκείνο τον καιρό, όταν υπηρετούσα,
 η παρουσία σου ήρθε σαν δροσοσταλίδα μα...

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Ξέχνα τα αυτά, περάσανε. Εκείνος ο άντρας, με συνόδευσε για να μην έρθω μόνη. Είχα τόσο ανάγκη να σε δω!

ΧΑΡΗΣ: Αγάπη μου... (την αγκαλιάζει).  Σ’ αγαπώ, σ΄αγαπώ, σ΄αγαπώ. (Αλλαγή φωτισμού. Η Βασιλική εξαφανίζεται).

ΧΑΡΗΣ:  Έφυγε! Έφυγε! Γιατί; Γιατί; (Στο φεγγάρι). Εσύ που είσαι σύμβουλος των μαγισσών, πες μου γιατί; (Πάυση). Παιδί μου, η αγάπη είναι σαν το κρύο νερό. Όταν σου δώσουν λίγο δροσίζεσαι, όταν σου δώσουν πολύ σε πνίγει. Αυτά ήταν τα λόγια της μάνας μου, σαν κατάλαβε πόσο πολύ με είχε πληγώσει ο πρώτος μου χωρισμός. (Γεμίζει ξανά το ποτήρι με κρασί).  Ξέρεις κάτι; Θα’ θελα να ’μουνα ζωγράφος.
Η ζωγραφική έχει μια άλλη διάσταση. Παίζεις με τα χρώματα. Νιώθεις τη φύση πιο έντονα μέσα σου και την απεικονίζεις στον καμβά. Με τη ζωγραφική αισθάνεσαι τη μέθη της δημιουργίας και νομίζεις ότι είσαι παντοδύναμος. Όμως, δεν είμαι ζωγράφος. Και νιώθω αδύναμος. Ανήμπορος να αντιμετωπίσω τις προκλήσεις ή τις απειλές. Απειλές, εξαναγκασμούς, στέρηση ελευθερίας, απόγνωση. Αυτά που μας επιβάλλει μια διεφθαρμένη κοινωνία. Με την ανοχή σου. Ε, λοιπόν όχι! Δεν το δέχομαι. Αρνούμαι! Το άκουσες; Αρνούμαι! (Πίνει. Αλλαγή φωτισμού. Μπαίνει μια κοπέλα, ταραγμένη).

ΚΑΙΤΗ: Είσαι καλά; Όταν σε είδα μέσα σε εκείνο το περιπολικό, κατατρόμαξα.

ΧΑΡΗΣ: Τους ξέφυγα!

ΚΑΙΤΗ: Σε κυνηγάνε; Τί έκανες;

ΧΑΡΗΣ : Συμμετείχα στη μεγάλη διαδήλωση. Έγραφα συνθήματα.

ΚΑΙΤΗ: Τί το ’θελες να ανακατευτείς με την πολιτική; Εσύ είσαι ποιητής.

ΧΑΡΗΣ: Με την ποίηση, αγάπη μου, μπορεί να μην παράγεις πολιτική, αλλά οραματίζεσαι και εκφράζεις πολιτική σκέψη. Γι’ αυτό ένας ποιητής, ένας καλλιτέχνης, δεν έχει το δικαίωμα να μένει αμέτοχος σε καταστάσεις, που καταδυναστεύουν και ευτελίζουν την ανθρώπινη αξία.

ΚΑΙΤΗ: Tί θα κάνεις τώρα;

ΧΑΡΗΣ: Δεν ξέρω. Αλλά αν μας δουν μαζί, θα μπλέξεις κι εσύ.

ΚΑΙΤΗ: Πάμε στο σπίτι μου. Είναι ασφαλές.

ΧΑΡΗΣ: Δεν μπορούμε, υπάρχουν μπλόκα παντού. Μείνε λίγο κοντά μου.

ΚΑΙΤΗ: Αν φύγω εγώ, εσύ τί θα κάνεις;

ΧΑΡΗΣ: Θα περιμένω. (Την αγκαλιάζει). Αγάπη μου! Θα ακουμπήσω στα βουρκοπράσινα μάτια σου, τα αποθέματα της ελπίδας μου και θα περιμένω.
Κοίταξε με. Όταν βλέπω αυτά τα μάτια, μέσα μου κτίζεται μια εκκλησία για να στεγάσει την αύρα του προσώπου σου. Σ’ αγαπώ!

ΚΑΙΤΗ: Φίλησέ με. Θέλω να πάρω από τα χείλη σου τη γεύση αυτής της ελπίδας.
(Ο Χάρης τη φιλάει παρατεταμένα).

ΚΑΙΤΗ: Χάρη, είσαι ποιητής. Μπορεί να σε εμπιστευτεί κάνεις, γιατί δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από έναν ποιητή, παρά μονάχα την αλήθεια.

ΧΑΡΗΣ: Καμιά φορά, όμως, η αλήθεια είναι κοφτερή λεπίδα και πληγώνει.

ΚΑΙΤΗ: Πληγώνει, αλλά για μένα η αλήθεια σου είναι βελούδινη και μόνο με απαλό χάδι μπορεί να με απειλήσει. Δάκρυσες; (Του σκουπίζει το δάκρυ).

ΧΑΡΗΣ: Είμαι ευτυχισμένος κοντά σου και φοβάμαι.

ΚΑΙΤΗ: Φοβάσαι; Τί ;

ΧΑΡΗΣ: Τον χρόνο. Τον αδυσώπητο χρόνο, που σαν μια σκιά σκεπάζει ό,τι όμορφο δημιουργείται στο φως. Φθείρει τα πάντα. Ακόμα και την αγάπη.

ΚΑΙΤΗ:  Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Εμείς θα είμαστε πάντα μαζί.
Δεν υπάρχω χωρίς εσένα!

ΧΑΡΗΣ:Πώς θα θελα να βουτήξω στα μάτια σου, να κολυμπήσω στο φως τους! (Ακούγεται σειρήνα περιπολικού).

ΧΑΡΗΣ: Μη μιλάς ...σσσς... Το περιπολικό! (Παύση). Φύγανε. Καίτη... Αγάπη μου... (Αλλάζει ο φωτισμός. Η Καίτη έχει εξαφανιστεί).
(Προς το φεγγάρι). ΧΑΡΗΣ: Κείνο το βράδυ, η Καίτη έφυγε. Έφυγε τρομαγμένη. Τί φοβήθηκε;Την τρόμαξε η αγάπη ή ο ήχος της σειρήνας; Είδες, λοιπόν, πως μπλέκουν τα πράγματα; Αγάπη, τρόμος... Ποιά είναι η απάντηση; Είναι φορές που ο έρωτας,
όπως και ο φόβος γίνονται μέγγενη και συνθλίβουν την αγάπη, την αγάπη,
την αγάπη... Αλήθεια, τί σημαίνει αγάπη, ξέρεις; Αλλά γιατί να ξέρεις; Από εκεί πάνω βλέπεις μόνο την επιφάνεια. Δεν μπορείς να διεισδύσεις στη ψυχή μας. Αυτή είναι η αδυναμία σου.Τί είναι λοιπόν η αγάπη, πες μου; Έρωτας; Πάθος; Οίκτος; Θαυμασμός; Πόνος; Ηδονή; Τί είναι; Τί; Τίποτα από όλα αυτά. Η αγάπη είναι μόνο αγάπη. Δεν εξαργυρώνεται ποτέ με τίποτα. Η αγάπη είναι ιδέα. Είναι η αλήθεια της ψυχής, γι’ αυτό και δεν θεοποιήθηκε.  Αλλά εσύ δεν τα βλέπεις αυτά. Τα βλέπεις;
Τα βλέπεις! Αλλά κάνεις το κορόιδο. Δεν σε αφορούν. Δεν σε μέλλει, αν εδώ κάτω υπάρχει μια ζούγκλα, χωρίς ισορροπίες. Στη ζούγκλα το θηρίο σκοτώνει, όταν είναι πεινασμένο. Σκοτώνει για να ζήσει. Ενώ ο άνθρωπος σκοτώνει από ματαιοδοξία. Σκοτώνει για να αποκτήσει περισσότερη δύναμη και να επιβάλλει την αξιοπρέπεια» του τρόμου. Ανόητο δεν είναι; Και όμως είναι πραγματικότητα. Και αυτή την πραγματικότητα βιώνουν οι λαοί του κόσμου, μέσα στην εξαθλίωση και στη μιζέρια. Κάθε πλουτοκράτης, δυνάστης, πολιτικός ή στρατοκράτης, χωρίς ντροπή μασάει σαν τσίχλα την αξιοπρέπειά μας και μετά την φτύνει, για να την αφανίσει. Αλλά τί περιμένεις από μια κοινωνία, που την διοικούν αδίστακτα παμφάγα τρωκτικά; Πώς μπορεί να ξεμυτίσει ο σπόρος της αγάπης, όταν υπάρχει τέτοια πνευματική ανοβρία;  Η μπότα του δυνάστη πατάει με το πέλμα της τη χλόη και αυτή δεν μπορεί να σηκωθεί ξανά. Έτσι η έννοια της αγάπης διακτυνίζεται και περνάει δίπλα μας χωρίς να την αντιληφθούμε. Κατάλαβες; Χωρίς να την αντιληφθούμε. Ε, λοιπόν όχι!
Εγώ αρνούμαι να δεχτώ τέτοιον ευτελισμό. Αντίσταση! Αντίσταση! Αντίσταση με όλα τα μέσα! Πάρτε την αγάπη και κάντε την χρυσόσκονη και  σκορπίστε την στα μονοπάτια της νέας γενιάς. Της νέας γενιάς...Της νέας γενιάς... (Παύση, γεμίζει το ποτήρι του με κρασί, παίρνει ένα χαρτί μεσα απο τα πράγματα του και διαβάζει).

ΧΑΡΗΣ :
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΑ
Πώς θα περάσω τις πύλες των αισθήσεων
για να γευτώ τη γήινη ομορφιά σου. (Αλλαγή φωτισμού, μπαίνει η Καίτη).

ΚΑΙΤΗ: Ξαναδιάβασέ το.

ΧΑΡΗΣ:
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΑ
Πώς θα περάσω τις πύλες των αισθήσεων
για να γευτώ τη γήινη ομορφιά σου.

ΚΑΙΤΗ: Για μένα, το γραψες αυτό;

ΧΑΡΗΣ: Η μάνα μου ύφαινε στον αργαλιό. Ύφαινε σεντόνια, κουβέρτες, χεράμια.
Και στα πολύχρωμα χεράμια με την κλωστή σχημάτιζε φιγούρες. Πολλές φορές και πρόσωπα. Πρόσωπα γυναικεία, με μακριά μαλλιά. Εκεί, σε πρωτοείδα. Από τότε σε έχω ερωτευτεί. Από τότε σ’ αγαπώ. Και θα σ’αγαπώ για πάντα. (Αγκαλιάζονται. Η Καίτη βγάζει απο τη τσάντα της ένα σημείωμα και του το δίνει).

ΧΑΡΗΣ: Τί είναι αυτό;

ΚΑΙΤΗ: Υπηρεσιακό σημείωμα του Υπουργού προς τον Διοικητή της Ασφάλειας.

ΧΑΡΗΣ: Να το κάνω τί;

ΚΑΙΤΗ: Έχει κλειστεί ραντεβού με σένα και τον Διοικητή, να συζητήσετε για να βρεθεί μια λύση.

ΧΑΡΗΣ: Ποιός σου το’ δωσε;

ΚΑΙΤΗ: Ο πατέρας μου.

ΧΑΡΗΣ: Ο πατέρας σου;

ΚΑΙΤΗ: Ναι, σαν διοικητής της Τράπεζας έχει κάποιες γνωριμίες και... (Ο Χάρης σκίζει το σημείωμα).

ΧΑΡΗΣ: Άκουσε Καίτη, πες τον πατέρα σου, τον ευχαριστώ για το ενδιαφέρον του, όμως εγώ άλλο θέλω από αυτόν.

ΚΑΙΤΗ: Τί;

ΧΑΡΗΣ: Εσένα! (Πάει να την φιλήσει και εκείνη τραβιέται).

ΚΑΙΤΗ: Χάρη, ξέρεις, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές. 
Κι έτσι καμιά φορά αφήνουμε πράγματα που θέλουμε ή πρόσωπα που αγαπάμε, γιατί το επιβάλλει η ανάγκη.

ΧΑΡΗΣ: Τί θες να πεις;  (Η Καίτη απαγγέλλει το ποίημα)

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΑ
Πώς θα περάσω τις πύλες των αισθήσεων
για να γευτώ τη γήινη ομορφιά σου!

ΚΑΙΤΗ: Η μάνα σου υφαίνοντας ζωγράφιζε με κλωστές πάνω σε χεράμια. Εσύ υφαίνεις με  λέξεις συναισθήματα και εικόνες πάνω στον καμβά της ζωής. Της ζωής μου. Θα σε θυμάμαι πάντα.

ΧΑΡΗΣ: Θα με θυμάσαι πάντα; (Η Καίτη τον κοιτάζει  στα μάτια).

ΚΑΙΤΗ: Χάρη...Επιστρέφω στο παρελθόν. Αντίο! (Η Καίτη εξαφανίζεται)

ΧΑΡΗΣ: (Ουρλιάζοντας): Καίτη!!! (Αλλάζει ο φωτισμός).

ΧΑΡΗΣ: Πάλι νικήθηκα. Ήμουνα μια παρένθεση για κείνη. Γιατί; Γιατί; Γιατί; Πες μου λοιπόν εσύ. Γιατί; Γιατί; (Παύση. Ένα σύννεφο σκεπάζει το φεγγάρι).

ΧΑΡΗΣ: Δεν απαντάς, ε; Κρύβεσαι πίσω από το σύννεφο. Γίνεσαι γελοίο, το ξέρεις;
Χα,χα!Κοίτα, κοίτα πώς είσαι! Η φάτσα σου γέμισε ρυτίδες. (Σαρκαστικό γέλιο).
Μοιάζεις με γριά τσατσά, σε οίκο ανοχής. Θυμώνεις; Γιατί θυμώνεις; Δεν είσαι πάντα αθώο. Το ξέρεις. Πολλές φορές σε ακολουθούν δεισιδαιμονίες, που τρομάζουν τον κόσμο. Εσύ όμως διασκεδάζεις, παίζεις μαζί του, ηδονίζεσαι με την αφέλεια του. Μετά μεταλλάσσεσαι, εκπέμπεις ρομαντισμό και γαλήνη. Αυτές οι αντιθέσεις μαγεύουν τον κόσμο, τον κάνουν  να πλάθει όνειρα και φαντασιώσεις, με φόντο τη δική σου ύπαρξη. (Θυμωμένα). Εμένα όμως, δεν με ξεγελάς. Σε ξέρω καλά. Έχω δει όλες τις μεταμορφώσεις σου. Όταν θυμώνεις, κοκκινίζεις και μοιάζεις με πυρακτωμένη σφαίρα, απειλητική. Μετά γίνεσαι κίτρινο, σαν γύφτικο ντέφι γεμάτο ενοχές. Άλλοτε πάλι γαληνεύεις σαν ασημένιο ταψί, που πάνω του καθρεφτίζονται νοσταλγίες κι ύστερα από πανσέληνος γίνεσαι μισοφέγγαρο και από μισοφέγγαρο μια λεπτή καμπυλωτή γραμμή και σιγά σιγά εξαφανίζεσαι. Εξαφανίζεσαι για νύχτες ολόκληρες. (Παύση). Ποιός ξέρει τις νύχτες αυτές, τις ολοσκότεινες, πόσες αγάπες χάνονται. Πόσες προσδοκίες, δολοφονούνται. Δεν ευθύνεσαι γι’αυτό; Ευθύνεσαι. (Παίρνει μια κιθάρα κι αρχίζει να τραγουδάει).


Φεγγάρι πού γυρνάς,

σαν χάνεσαι τα βράδια;

Κάνεις τις νύχτες σκοτεινές

τα όνειρα ρημάδια.

Παίζεις παιχνίδια πονηρά 

παίζεις με τις ψυχές μας

και βασανίζεις τα παιδιά

και κλαίνε στις αυλές μας.

 

 


Γι’ αυτό σου λέω φίλε, ευθύνεσαι. Έχεις ευθύνη και στο καλό και στο κακό.
Και στην αγάπη και στο μίσος. Πότε κάνεις τους ανθρώπους να ερωτεύονται και πότε να χωρίζουν. Ε, λοιπόν αυτό δεν το δέχομαι. Αρνούμαι! Το αρνούμαι! (Πίνει μια γουλιά κρασί. Παίρνει ένα βιβλίο και διαβάζει την επικεφαλίδα).

ΧΑΡΗΣ: ΣΑΙΞΠΗΡ – ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ. Να! Ένας ακόμα ήρωας, που δεν άκουσε ποτέ τη λέξη
σ’ αγαπώ με ανιδιοτέλεια.

ΧΑΡΗΣ : Φώτα και μουσική για τη σκηνή της καταιγίδας! (Παίρνει το χεράμι απο τον μπογό, το κάνει μανδύα και με το στόμα του κάνει τον ήχο του αέρα που σιγά σιγά μεταφέρεται στα ηχεία και πολλαπλασιάζεται με βροντές και καταιγίδες).

Ληρ: 
Φύσα αγέρα, σκάσ’ τ’ ασκιά σου ! Λύσσα ! Φύσα !

Νεροποντές και καταρράχτες, σεις, χυθείτε,

ως να ποτίσετε πυργιά κι ανεμοδείχτες!

Σεις, φλόγες θειάφινες και σαν τη σκέψη γλήγορες

προδρόμοι του δρυκόπου αστραποπέλεκου,

τ’ άσπρα μαλλιά μου καψαλιάστε!

Και συ, που σύμπαντα ταράζεις, κεραυνέ,

χτύπα της γης τον στρόγγυλο όγκο, κάν’ τον πλάκα!

Της φύσης σύντριψε τις μήτρες, λιώσε μονομιάς

όλους τούς σπόρους πού γεννούν αχάριστους ανθρώπους.

Χύσου, βροχή!

Η βροχή, ο αγέρας, η βροντή, η αστραπή, δεν είναι κόρες μου.
Μαζί σας, στοιχειά μου, δεν τα βάζω για την ασπλαχνιά σας.

Σε σας δε μοίρασα βασίλειο, δε σας είπα

παιδιά μου, εσείς δε μου χρωστάτε υποταγή.

Λοιπόν, ας πάψει το φριχτό σας γλέντι·
εδώ σκλάβος σας στέκω, ένας φτωχός σακατεμένος,

ανήμπορος και καταφρονεμένος γέρος. 

Όμως, σας λέω βοηθούς δουλόπρεπους,
που ενώσατε με δυο κακούργες κόρες
τα ουρανοκατέβατα φουσάτα σας
πάνω σε ένα κεφάλι
τόσο γέρικο κι άσπρο σαν αυτό.

Ω,Ντροπή!

Όχι, θα γίνω πρότυπο υπομονής, δε λέω τίποτα.  (Καταρρέι. Σταματάει ο αέρας και ακούγονται τριζόνια).

ΚΟΡΔΕΛΙΑ: Αγαπημένε μου πατέρα, ω γεροσύνη, βάλε στα χείλη μου το γιατρικό σου και τούτο το φιλί ας γιάνει τις κακές πληγές που κάμανε στην χάρη σου οι αδελφές μου. Κι αν δεν ήσουν πατέρας τους, αυτές σου οι άσπρες τρίχες θα τους ζητούσανε έλεος. Αυτό το πρόσωπο να βγει σε πόλεμο με τους κακούς ανέμους,
να αντισταθεί στον επιδέξιο φοβερό τοξότη, τον κεραυνό. Στα απανωτά φριχτά χτυπήματα της σβέλτης αστραπής. Να’ ναι φρουρός ,κακόμοιρος φαντάρος,με ένα κράνος τόσο αδύνατο, του εχτρού μου ο σκύλος κι ας με είχε δαγκάσει, την νύχτα εκείνη θα ‘χε θέση μπρος το τζάκι μου. Κι εχρειάστει εσύ, φτωχέ, καημένε μου πατέρα, να σταβλιστείς με τα γουρούνια, με τρελούς ζητιάνους πάνω σε βρώμικα άχυρα; Αχ, αλίμονο!  Θάμα, πως ο νους σου και ζωή με μιας δεν τέλειωσαν. (Ξυπνάει ο Ληρ).

ΚΟΡΔΕΛΙΑ : Πώς είναι ο αφέντης, βασιλιάς μου; Τί κάνει η μεγαλειότης σου;

ΛΗΡ: Γιατί με βγάζετε από τον τάφο μου; Μου κάνετε κακό. Εσύ ’σαι μια ψυχή μακαρισμένη, μα εγώ δεμένος σε ένα πύρινο τροχό, που και τα δάκρυα μου καίνε σα μολύβι αναλυτό.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ : Αφέντη, με γνωρίζεις;

ΛΗΡ: Είσαι ψυχή, το ξέρω. Πότε πέθανες;

ΚΟΡΔΕΛΙΑ: Ακόμη, ακόμη είναι μακριά.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ : Ω, κοίταξε με αφέντη μου κι άσε τα χέρια σου απάνω μου, να με ευλογήσεις. Όχι, αφέντη μου, δεν πρέπει εσύ να γονατίζεις.

ΛΗΡ: Θαρρώ σε γνώρισα. Να μη γελάσετε μαζί μου, όσο είμαι άνθρωπος, θαρρώ η γυναίκα αυτή είναι η κόρη μου, η Κορδέλια.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ: Εγώ είμαι, εγώ είμαι!

ΛΗΡ: Είναι τα δάκρυα σου υγρά; Ναι, αλήθεια. Παρακαλώ μην κλαις. Αν έχεις να μου δώσεις φαρμάκι θα το πιώ. Δεν με αγαπάς, το ξέρω. Μα οι αδερφάδες σου, θυμάμαι, με βασάνισαν. Εσύ είχες λόγο. Αυτές δεν είχαν.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ : Κανένα λόγο εγώ, κανένα λόγο εγώ.

ΛΗΡ: Στη Φραγκιά είμαι;

ΚΟΡΔΕΛΙΑ : Είσαι στο κράτος το δικό σου αφέντη. Θέλεις να περπατήσουμε λίγο;

ΛΗΡ : Να μην με συνερίζεσαι παρακαλώ. Λησμόνει και συγχωράμε. Είμαι γέρος και λολούτσικος. (Σβήνουν τα φώτα).

ΧΑΡΗΣ (Μόνος στο φεγγάρι): Είδες; Τόση δύναμη, τόση δόξα, ολοκληρωτική εξουσία!
Όλα άχρηστα, αφού η λέξη σ’ αγαπώ, που τόσο επίμονα αναζητούσε και  εξαγόρασε από τις κόρες του, δεν είχε πια καμία αξία. Καμιά αξία, γιατί ήταν ψεύτικη. Πώς λοιπόν να νιώσει ευτυχισμένος; Ένας βασιλιάς τόσο πλούσιος, τόσο χορτασμένος από αγαθά και απολαύσεις αλλά και από υποκλίσεις υποτακτικών. Κληρονόμος μιας υπέρτατης αλαζονείας, καταρρέει σαν φθινοπωρινό πλατανόφυλλο. Χειροκροτήστε, λοιπόν! Χειροκροτήστε! Αποθεώστε αυτή την εικόνα της αθλιότητας! (Χειροκροτάει ο ίδιος. Ακούγονται χειροκροτήματα. Παύση. Πίνει μια γουλιά κρασί. Προς το φεγγάρι). Χαμήλωσες πολύ. Πας για τη δύση. Μη φύγεις ακόμα, έχουμε πολλά να πούμε. Έχουμε να πούμε για εκείνες τις βραδιές, που φέρνεις τις παλίρροιες και πλημμυρίζεις τις ακτές που εξουσιάζεις. Θα ‘θελα, να ‘ξερα, πώς νιώθεις, όταν βλέπεις τα δύστυχα ψάρια μετά το τέλος της παλίρροιας, να σπαρταράνε στη στεριά αναζητώντας οξυγόνο. Είναι πολύ οδυνηρό. Εγώ προτιμώ έναν ανώδυνο θάνατο. Ένα θάνατο, που έρχεται παρέα με τον ύπνο. Σε αγκαλιάζουν και σε οδηγούν σιγα σιγά στην ανυπαρξία. (Πιάνει το ποτήρι με το κρασί και το κοιτάζει). Τον τελευταίο καιρό, με βασανίζουν δυο μικρές λίμνες με βουρκοπράσινα νερά σε ένα πρόσωπο. Δυο ηφαίστεια, που αναβλύζουν χείμαρρους από λάβα πάθους, που κατακαίει τη σκέψη μου. Που προσπαθούν να καλύψουν όλο μου το παρελθόν. Που με αφανίζουν. Και σε ρωτάω, γιατί τώρα; Τώρα, που αυτό το λαμπρό αστέρι, ο πολικός, απόμεινε μια σπίθα.

Δείξε μου τους δρόμους κατάκτησης ή τα μονοπάτια διαφυγής. Φίλε, δεν ξέρεις, τί θα πει νοσταλγία, πάθος, προσδοκία... Να μένεις με την άρνηση. Αναρωτιέμαι, είμαι μια μύγα ανεπιθύμητη, ενοχλητική  ή ένας ελέφαντας, που ηττήθηκε στην τελευταία μάχη και πήρε το δρόμο προς τη δύση του. Σε ρωτάω! Απάντησε μου! (Πίνει μια γουλιά κρασί. Αλλαγή φωτισμού. Εμφανίζεται μια γυναίκα).

ΑΓΝΩΣΤΗ: Καημένε Χάρη, έχεις πολύ ανηφόρα ακόμα.

ΧΑΡΗΣ: Έχεις δίκιο, ο ογκόλιθος είναι βαρύς. Ασήκωτος. Δύσκολο να φτάσει στην κορφή.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Και όταν φτάσει θα κατρακυλήσει πάλι. Μάταιος κόπος!

ΧΑΡΗΣ: Τίποτα δεν είναι μάταιο. Όσο προσπαθείς, ιδρώνεις.

ΑΓΝΩΣΤΗ : Εγωκεντρικό κάθαρμα, με τίποτα δεν ικανοποιείσαι. Το ξέρεις, πως αγαπήθηκες πολύ. Γιατί το αρνείσαι;

ΧΑΡΗΣ: Αγαπήθηκα. Αγαπήθηκα. Μπορεί, καθόλου απίθανο. Όμως, η αγάπη δεν εκφράζεται, ούτε με ηδονή, ούτε με πόνο αλλά ούτε και με πόθο. Η αγάπη είναι σαν το κρασί. Για να την νιώσεις, πρέπει την γευτείς με όλες σου τις αισθήσεις.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Με όλες σου τις αισθήσεις;

ΧΑΡΗΣ: Ναι, γιατί με όποιο τρόπο κι αν την εκφράσεις είναι ανεπαρκής, αν δεν ακούσεις τη λέξη Σ’ΑΓΑΠΩ. Αυτό το ηχόχρωμα της φωνής είναι το παν, για να  εκφράσεις την αγάπη.  

ΑΓΝΩΣΤΗ: Παίζεις με την έννοια της λέξης.

ΧΑΡΗΣ: Με αδικείς. Εγώ αυτή τη λέξη δεν την άκουσα ποτέ.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Την ένιωσες όμως.

ΧΑΡΗΣ: Την ένιωσα; Είναι πράγματα, που τα νιώθουμε και τα γευόμαστε πολλές φορές με υποψία. Πώς μπορείς να διακρίνεις την αλήθεια από την υποκρισία;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Πώς;

ΧΑΡΗΣ: Από τα μάτια που ακτινοβολούν και από τον ήχο της φωνής, που την εκφράζει.
Γι αυτό θέλω να φωνάξω, να φωνάξω με όλη μου τη δύναμη. Μη φοβάστε τη λέξη!
Μην ντρέπεστε να ομολογήσετε την αγάπη σας! ΑΓΑΠΩ! Μια λέξη, που έχει μέσα της όλη τη ζωή. Αρχίζει με άλφα και τελειώνει με ωμέγα. Φωνάξτε, λοιπόν, με όλη σας τη δύναμη Αγαπώ! Αγαπώ! Αγαπώ! Αγαπώ, Αγάπω!!!!! (Παύση). Αγαπώ... Σ’ αγαπώ! Τί όμορφα που ακούγεται! Πώς σε κάνει να νιώθεις ότι υπάρχεις, υπάρχεις στη σκέψη κάποιου άλλου, στην ψυχή του. Αγάπη! Αγάπη!Ένα συναίσθημα που φέρνει τη ολοκλήρωση. Και δεν την άκουσα ποτέ. Ποτέ.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Ποτέ; Για θυμήσου.

ΧΑΡΗΣ: Να θυμηθώ; Θυμάμαι μόνο τη φωνή της μάνας μου, που με χάϊδευε σαν ήμουν παιδί και μου λεγε  σ’ αγαπώ. Αλήθεια, ξέρεις τί χρώματα είχε αυτή η λέξη; Έμοιαζε με ουράνιο τόξο, που σε τύλιγε και σε ανέβαζε στον ουρανό.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Το ουράνιο τόξο είναι δεμένο με την καταιγίδα.

ΧΑΡΗΣ: Και η αγάπη της μάνας είναι δεμένη με τους πόνους της  ζωής μας.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Η αγάπη της μάνας είναι δεμένη με τους πόνους της ζωής μας.

ΧΑΡΗΣ:  Ποιά είσαι τέλος πάντων;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Ξέρεις ποιά. Αυτή που αγάπησες και μίσησες. Η αλήθεια και το ψέμα.
Το όνειρο και η πραγματικότητα. Η Σελήνη. Η άλλη όψη του φεγγαριού...

ΧΑΡΗΣ: Η άλλη όψη του φεγγαριού... (Κοιτάει το φεγγάρι).

ΧΑΡΗΣ: Γιατί το κάνεις αυτό; Πού προσπαθείς να με οδηγήσεις; Σε ανεπιθύμητες θύμισες που θέλω να ξεχάσω;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Λες, πως αγάπησες και δεν αγαπήθηκες. Ψεύτη!

ΧΑΡΗΣ: Ψεύτης; Γιατί;  (του γυρίζει τη πλάτη).

ΑΓΝΩΣΤΗ: Ήτανε λίγο πριν από το σούρουπο, είχε ακόμη μια τριχιά ήλιο.
Ένας ήλιος, που άρχισε να κοκκινίζει και εσύ του είχες γυρίσει την πλάτη και έφευγες στο άγνωστο. Δεν άκουγες τίποτα.

ΧΑΡΗΣ: Τί να ακούσω;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Τις κραυγές, που απεγνωσμένα σε καλούσαν κοντά της.

ΧΑΡΗΣ: Μη συνεχίζεις.

ΑΓΝΩΣΤΗ(Γυρνώντας προς το Χάρη): Όχι, θα τ’ ακούσεις. Ήρθε η ώρα να ομολογήσεις.

ΧΑΡΗΣ: Να ομολογήσω τί;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Την απανθρωπιά σου, που άφησες εκείνο το κορίτσι να σπαρταράει απο πόνο, εκείνο το βράδυ.

ΧΑΡΗΣ: Τί; Τί είπες;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Αυτό που άκουσες! Μην κάνεις, πως δεν ξέρεις τίποτα. Θυμήσου τί σου φώναζε. Αγάπη μου, μη φεύγεις... Αγάπη μου μη φεύγεις... Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ... (Η άγνωστη χάνεται. Αλλαγή φωτισμού).

ΧΑΡΗΣ: Είναι... Είναι αλήθεια ή είναι πάλι ένα από τα παιχνίδια σου; (Οργισμένος)
Γιατί δεν μου το επιβεβαιώνεις; Γιατί με αφήνεις στην αμφιβολία; Απάντησέ μου! Απάντησέ μου! Γιατί δεν μου απαντάς; (Παύση). Θυμάμαι, όταν ήμουν παιδί προσπαθούσα να σε πιάσω μέσα  στο πηγάδι. Έριχνα τον κουβά με το σκοινί και μόλις ο κουβάς άγγιζε το νερό εξαφανιζόσουν. Μετά πήγαινα σε άλλο πηγάδι και μετά σε άλλο και σε άλλο αλλά μάταια. Δεν τα κατάφερνα. Και τότε είχα αναρωτηθεί υπάρχεις πραγματικά ή είσαι μια ψευδαίσθηση; Τώρα αυτό το ερώτημα το στρέφω στον εαυτό μου. Υπάρχω ή είμαι μια ψευδαίσθηση; Θα μου πεις, οι αισθήσεις επιβεβαιώνουν την ύπαρξή μας. Αν όμως και αυτές είναι μια ψευδαίσθηση; Αν όλα όσα βλέπουμε, ακούμε, ζούμε, είναι ένα καραβάνι από δροσουλίτες; Μια αντανάκλαση της πραγματικότητας του παρελθόντος ή του μέλλοντος; Μπορείς να μου πεις, αν αυτό εδώ που πίνω, θα με οδηγήσει στην ανυπαρξία ή σε μια διάσταση άλλης πραγματικότητας; (Παύση). Έχεις δίκιο. Οι σκέψεις μου αγγίζουν τον παραλογισμό. Ναι, ίσως και να είναι παραλογισμός. Παραλογισμός: Στοιχείο της εποχής μας, που αφανίζει προσδοκίες, γκρεμίζει αλήθειες και με φθαρμένα υλικά χτίζει μια ζωή απάνθρωπη. Να τη χέσω εγώ μια τέτοια ζωή! Μια ζωή εφήμερη, χωρίς ελπίδα.

Αρνούμαι μια τέτοια ζωή, χωρίς μέλλον. Αρνούμαι! (Παύση. Πίνει μια γουλιά κρασί). Αλήθεια υπάρχει μέλλον; Και για πόσο διάστημα; Θα μου πεις, ότι ορισμένα πράγματα είναι αιώνια, όπως εσύ ας πούμε. Αιώνιο... Είσαι αιώνιο; Χα! Αιώνιο είσαι, αλλά όχι παντοτινό. Κάποτε και εσύ θα χαθείς, όπως χάνομαι κι εγώ τώρα γουλιά, γουλιά. (Ξανάπίνει).
Σε λίγο θα πούνε οι φίλοι και οι συγγενείς «αιωνία του η μνήμη». Όχι, όμως παντοτινή. Επειδή δεν υπάρχει τίποτα παντοτινό και η μνήμη σιγά σιγά φθείρεται και χάνεται στο άπειρο. Όπως η κραυγή μας, που χάνεται σιγά σιγά στο ταξίδι της απεραντοσύνης των ανέμων. Στην υγεία σου λοιπόν!

 

 

ΧΑΡΗΣ: Η άλλη όψη του φεγγαριού; (Σαρκαστικό γέλιο). Η άλλη όψη του φεγγαριού. Παίζεις μαζί μου; Έ, λοιπόν, έλα να δούμε ποιός μπορεί να γελοιοποιήσει τον άλλο;
Εσύ εμένα ή εγώ εσένα; (Σε δύο χαρτόνια ζωγραφίζει με ένα κραγιόν σαν καρικατούρες το φεγγάρι σε γυναικεία μορφή στο ένα και τον εαυτό του στο άλλο). Κοίτα, πρόσεξε αυτές τις δύο φιγούρες. Από εδώ είναι η Σελήνη, η άλλη όψη σου. Και από εδώ ένας παλιάτσος,
Ση άλλη όψη μου. Δες, πώς μοιάζουμε. Η διαφορά μας, είναι ότι εσύ είσαι ψηλά και αιωρείσαι στον ουρανό, ενώ εγώ είμαι χαμηλά, πατάω στη γη. Στη γη που με γέννησε.
Εσύ που πατάς; Πατάς στο πουθενά. Κάποτε σου είχα ζητήσει, να μου δείξεις έναν θεό να απολογηθώ. Αρνήθηκες. Και πήρε την απολογία μου ο άνεμος με τη βροχή και την έκαναν λάσπη. Ήλιος, φεγγάρι, γη, αέρας, βροχή. Τα πέντε δάχτυλα που πλάθουν τη ζωή.
(Αρχίζει να αλλάζει το μακιγιάζ του από δράμα σε γέλιο). Θυμάμαι τη πρώτη μας συνάντηση. Ήμουν  πέντε με έξι χρονών. Είχα ξαπλώσει κάτω από τον πλάτανο και μέσα από τα κενά που άφηναν τα φύλλα του, σε έβλεπα να ανηφορίζεις με ένα πολύ αργό ρυθμό, για να κατακτήσεις τον ουρανό. Στην παιδική μου ματιά φάνταζες σαν όνειρο κάποιου θεού. Τόσο μεγάλο, τόσο μαγικό και ένιωσα το φως σου να κυλάει στο πρόσωπο μου σαν ένα γλυκό χάδι. Τινάχτηκα απάνω και θέλησα να σε φτάσω. Πίστεψα, πως ήσουνα πολύ κοντά μου. Μια δρασκελιά. Δε μπόρεσα να σε αγγίξω. Εκείνη την ημέρα σε μίσησα.  
Αλλά αργότερα, όταν γνώρισα το ρυθμό της ζωής, που δεν ήταν καθόλου εύκολη, γιατί οι εποχές ήταν πολύ σκληρές και οι άνθρωποι το ίδιο, σε κάθε δύσκολη στιγμή, μου έδινε δύναμη εκείνη η εικόνα, που σε είδα να ανεβαίνεις στον ουρανό. Κι άρχισα κι εγώ να πλάθω μεγάλα όνειρα. Αλήθεια λέω. Δε τσιγκουνεύτηκα ποτέ σε όνειρα. Έκανα πολλά. Ήθελα να είναι μεγάλα και πλατιά, γεμάτα φως! Δεν έχει σημασία, αν πραγματοποιήθηκαν ή όχι. Σημασία έχει, ότι τα ζούσα με τη φαντασία μου και ήθελα να τα κάνω τραγούδια.
Τότε, άρχισα να γράφω. (Εχει τελειώσει το μακιγιάζ και έχει μεταμορφωθεί σε χαρούμενο παλιάτσο. Κοιτάζεται στον καθρέφτη). Έτοιμος. Είμαι παλιάτσος. Ένας χαρούμενος παλιάτσος. Η άλλη όψη του εαυτού μου.  

(Τραγουδάει ένα τραγούδι σε ξέφρενο ρυθμό).

Έλα μαζί να φτιάξουμε το τσίρκο με μαϊμούδες.

Εσύ να προπορεύεσαι κι εγώ να ακολουθώ.

Και το κοινό μας τα στοιχειά που έφτιαξε η φύση.

Όλα διψούν για γέλωτα και δάκρυ αρμυρό.

Εγώ θα δίνω θάλασσα και εσύ γλυκό νερό.

Εσύ θα φέρνεις βλάστηση και εγώ την ξηρασία.

Εγώ θα φέρνω το θυμό και εσύ την παρρησία.

Και όταν θα στήσουμε χορό στην πίστα των ονείρων

θα ρθούνε μαύροι Άγγελοι ψηλά να μας σηκώσουν

και σε ένα μαύρο ουρανό, δείπνο θα μας προσφέρουν.

Αυτό ζητάμε και οι δυό και οι άγγελοι το ξέρουν.

(Αρχίζει να παίζει με μούτες και με χειρονομίες. Κάνει ήχους ζώων για να κοροϊδέψει το φεγγάρι – γελωτοποιός. Στο τέλος δεν αντέχει κι αρχίζει να γελάει – κλασίγελος που

 

καταλήγει σε κλάμα). Αυτό αξίζουμε κι οι δυό, που έχουμε μιαν όψη. (Αλλαγή φωτισμού.  Μπαίνει η άγνωστη).

ΑΓΝΩΣΤΗ: Παίζεις με τη φωτιά. Δεν το καταλαβαίνεις;

ΧΑΡΗΣ: Πάλι εσύ; Είσαι ανεπιθύμητη.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Σωστά. Η παρουσία μου σε ενοχλεί, το ξέρω.

ΧΑΡΗΣ : Καλά το κατάλαβες. Λοιπόν, δίνε του. (Η άγνωστη του δείχνει τις δύο ζωγραφιες του).

ΑΓΝΩΣΤΗ: Δες, πώς μοιάζουν. Εσύ τις έφτιαξες. ‘Η όχι;

ΧΑΡΗΣ: Εγώ. Μα τί θες από μένα; Τώρα μιλάω με αυτό. (Δείχνει το φεγάρι).

ΑΓΝΩΣΤΗ: Αυτό, είναι η άλλη όψη μου. Στο ξανάπα, μα δεν το θυμάσαι.
Είμαι η Σελήνη. (Ο Χάρης γελάει σαρκαστικα).

ΧΑΡΗΣ: Ήρθες για το χορό των ονείρων; Έλα τότε να χορέψουμε. (Την αρπάζει και χορεύουν βάλσς κάνοντας τη μουσική με το στόμα του acapela. ΠΑΜ ΠΑΜ. ΠΑΜ.Μόλις τελειώσει ο χορός της κάνει υπόκλιση).

 ΧΑΡΗΣ: Κυρία μου, σας ευχαριστώ. Λοιπόν; Γιατί ήρθες;

ΑΓΝΩΣΤΗ:  Ήρθα για να σου δείξω τον εαυτό σου.

ΧΑΡΗΣ: Και τί μπορείς να ξέρεις εσύ για μένα;

ΑΓΝΩΣΤΗ: Τα πάντα. Σου είπα είμαι η άλλη όψη του φεγγαριού. Η άλλη όψη σου.

ΧΑΡΗΣ: Σε ακούω.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Διαμαρτύρεσαι,  ότι δεν άκουσες ποτέ τη λέξη σ’ αγαπώ. Εξαπολύεις ένα κατηγορώ στους άλλους, που όμως εξαιρείς τον εαυτό σου.

ΧΑΡΗΣ: Μα εγώ...

ΑΓΝΩΣΤΗ: Ξέρω, εσύ τη λέξη αγάπη την έχεις ευτελίσει επαναλαμβάνοντας την συνέχεια.

ΧΑΡΗΣ: Μα τί λες τώρα; Εγώ τη λέξη αυτή την έχω ιέρεια της ψυχής μου.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Ιέρεια της ψυχής σου! Εδώ γελάμε. Πες μου λοιπόν, τί αγάπησες αληθινά; Γυναίκα; Δόξα; Εξουσία; Αναγνώριση ή την αξιοπρέπεια;

ΧΑΡΗΣ: Δε σε καταλαβαίνω.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Τη λέξη αγάπη την είχες πάντα σε πρώτη ζήτηση. Τί έχει απομείνει από όλες αυτές τις αγαπημένες αγκαλιές; Εσύ το είπες. Τα αγαπημένα φιλιά; Εσύ το είπες.

Τους αγαπημένους έρωτες; Που εσύ, ονόμασες αγαπημένους. Θα σου πω εγώ, τί έμεινε. Τίποτα. Μια ανάμνηση ξεθωριασμένη.

ΧΑΡΗΣ: Εγώ αποδέχτηκα τη ζωή και τη βιώνω. Ενώ, εσύ δεν έχεις γευτεί τίποτα.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Είμαι αδερφή του Ήλιου! Κρατώ στα χέρια μου την ίδια τη δημιουργία.

 

ΧΑΡΗΣ: Τη δημιουργία; (Σαρκαστικό γέλιο). Πες μου λοιπόν. Χείλη έχεις. Φίλησες ποτέ κανέναν; Όχι. Βυζιά έχεις. Θήλασες με αυτά κάποιο παιδί; Όχι. Σκέλη έχεις.
Τα άνοιξες ποτέ για κανένα άντρα; Όχι. Πώς λοιπόν μιλάς για δημιουργία; (Τον φιλάει). Αλήθεια, έμαθες μόνο ν’ αγαπάς! Για πες μου, ποιά αγάπησες πραγματικά; Την Βάσω, την Καίτη ή εμένα;

ΧΑΡΗΣ: Όλες. Η αγάπη δεν είναι αντίδωρο, να το μοιράσεις. Είναι ενέργεια, που φεύγει από εμάς και ξαναγυρίζει σε μας. Και αυτό λέγεται χαρά. Λέγεται ευτυχία.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Δηλαδή, αγαπάς τον εαυτό σου.

ΧΑΡΗΣ: Σωστά. Πες μου όμως, πόσοι αγάπησαν τον εαυτό τους; Πόσοι τον αποδέχτηκαν;
Για να νιώσεις αγάπη πρέπει πρώτα να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Αυτό δεν είναι εγωισμός. Είναι ανάγκη.

ΑΓΝΩΣΤΗ: Εσύ τον αποδέχτηκες; (Ο Χάρης δεν απαντά).

ΑΓΝΩΣΤΗ: Δεν απαντάς. Δεν μπορείς να απαντήσεις. Δεν σε αφήνουνε οι ενοχές σου να απαντήσεις. Πιές, λοιπόν, το ποτήρι ως τον πάτο. (Πιάνει το ποτήρι του το βάζει στο στόμα και τον ποτίζει με το ζόρι).

ΧΑΡΗΣ : Παράτα με!

ΑΓΝΩΣΤΗ: Όχι! Δεν έχω έλεος για σένα, όπως δεν έχεις εσύ για μένα. Βρισκόμαστε σε αμάχη. Πιές το, λοιπόν, ως τον πάτο! (Ο Χάρης τινάζεται πάνω φωνάζοντας).

ΧΑΡΗΣ: Όχι, όχι δεν σε αντέχω. Δε αντέχω τη βία! (Κραυγή απόγνωσης).

ΧΑΡΗΣ: Βία στη βία! Πόρνη! (Την πιάνει απο το λαιμό προσπαθώντας να την πνίξει. Την χαστοικίζει με μίσος. Αλλαγή φωτισμού. Όπως την χαστοικίζει εξαφανίζεται. Ο Χάρης συνεχίζει να χαστουκίζει τον αέρα. Ξαφνικά ανακαλύπτει ότι είναι μόνος του. Μένει για λίγο αποσβολωμένος χαμένος και ξεσπά οργισμένος στο φεγγάρι).

ΧΑΡΗΣ: Τί να σου κάνω; Δεν μπορώ να σε φτάσω ’κει πάνω που είσαι.
Να σου περάσω τον βρόγχο της αλήθειας στο λαιμό. Της δικής μου αλήθειας.
Να καταλάβεις επιτέλους, ότι δεν είσαι τίποτα. Παρά ένας φωτοκουβαλητής του ήλιου. Πώς θα θελα να σε εκδικηθώ και να σε εξαφανίσω! Να νιώσω ελεύθερος.
Να νιώσω θεός! (Παίρνει τις δύο ζωγραφιές). Τις βλέπεις αυτές; Εγώ κι εσύ.
(Τις ενώνει φάτσα με φάτσα). Τις βλέπεις τώρα; Εξαφανίστηκαν. Εξαφανίστηκαν... Εξαφανίστηκαν... Λευκό από τη μια, λευκό από την άλλη. Τώρα είναι ένα λευκό χαρτί, που μπορεί να δεκτεί μια άλλη ζωγραφιά.Τη ζωγραφιά του θανάτου. Του θανάτου. (Μεγάλη πάυση). Ομολογώ την ήττα μου, με νίκησες. Λύγισα, ενώ εσύ είσαι αγέρωχο στον ουρανό. Νιώθεις περήφανο, το ξέρω. Θέλω να σου πω όμως, ότι δεν ήμουν πάντα έτσι. Κάποτε έλαμπε και το δικό μου πρόσωπο. Το κορμί μου ήταν ίσιο, λυγερό, δυνατό. Μπορώ να πω, πως ήμουνα περήφανος καθώς  έβλεπα στα μάτια των κοριτσιών, όταν με κοιτάζανε,
να καθρεφτίζεται η δική μου ελπίδα. Η ελπίδά μου! Μια ελπίδα για ζωή!
Και έκανα αγώνα, για να την κατακτήσω. Ενώ τώρα; Τώρα δεν με κοιτάζει κανένας και καμιά. (Παίρνει απο το τραπέζι τον καφρέφτη και κοιτάζει μέσα). Αφού ακόμα κι εγώ δεν μπορώ να ανεχθώ αυτό  το μαραμένο πρόσωπο. Πώς κατάντησα έτσι; Γιατί με άφησες να καταρρεύσω; Θέλω να σκίσω με τα νύχια μου τις σάρκες μου, να πασαλειφτώ με αίμα και να μπω στον κόσμο της μαγείας σου. Να ξαναγεννηθώ. (Παύση. Σηκώνει το χεράμι που έχει

 

μια γυναικεία φιγούρα με μακριά μαλλιά ζωγραφισμένη. Την αγκαλιάζει και λέει ξανά). Να ξαναγεννηθώ! (Κοιτάζει την κοπέλα και μιλάει στο φεγγάρι). Αυτή που βλέπεις είναι η αγαπημένη μου. Είναι η πρώτη που αγάπησα. Είχε μακριά μαλλιά και βουρκοπράσινα μάτια. Δεν μπόρεσα να την ξεχάσω. Να ξεχάσω αυτά τα μάτια. Και όταν τα είδα ξανά στο πρόσωπο μιας άλλης κοπέλας, δεν είχα τη δύναμη να την αγγίξω, γιατί δε γύρισε ούτε να με κοιτάξει. Είναι μεγάλο βάσανο η μοναξιά. Το τίποτα. Το μαύρο. Πώς θα θελα να ταξίδευα μαζί σου! Να είμαι πάνω σ΄ένα αερόστατο. Να ανεβαίνω, να ανεβαίνω στον ουρανό αργά και σταθερά, για να τον κατακτήσω. Όπως τότε, που σε είχα δει ν’ ανηφορίζεις μέσα από τα φύλλα του πλάτανου και να κάνεις εσύ αυτό το ταξίδι. Γιατί νιώθω, ότι κοντά σε σένα θα ξαναβρώ το όνειρο. Θα ξανάβρω τον εαυτό μου. Εσύ! Εσύ καθοδηγείς τη σκέψη μου. (Παύση. Το στήσιμο του υπαίθριου καμαρινιού έχει ολοκληρωθεί). Εδώ είναι το θέατρό μου. Κάτω από το χείμαρρο τούτων των άστρων.  Εδώ θα δημιουργήσω ένα καινούργιο θεατρικό όρμο. Το μουράγιο μιας καινούργιας αρχής. Ελπίδα, αλήθεια, αγάπη. Εδώ! Εδώ!
Σε τούτο το παράδεισο! (Αρχίζουν να ακούγονται τριζόνια. Παίρνει το ποτήρι το κοιτάζει. Κοιτάζει και το άδειο μπουκάλι πίνει την τελευταία γουλιά και αρχίζει να καταρρέει). Τέλειωσε... Τέλειωσε... (Παύση. Αρχίζει να ακούγεται σιγά σιγά ένα λυρικό τραγούδι που έρχεται απο μακριά σαν μέσα απο όνειρο. Παράλληλα το λέει και ο ίδιος το τραγούδι σε πρόζα. Σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού μια κοπέλα – Οπτασία χορεύει σαν να ακροβατεί πάνω σε αόρατα σκοινιά, μεταξύ ουρανού και γής μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης, μεταξύ, γήινη και άυλη).

Φεγγάρι πάρε με ψηλά
μαζί να ταξιδεύω.
Να σεργιανώ στον ουρανό
και να μαζεύω αστέρια.
Αστέρια διαμαντόφωτα,
για να στολίσω εκείνη.
Αυτή που μούπε σ’ αγαπώ,
του Ήλιου θυγατέρα.
Φεγγάρι πάρε με ψηλά,
να σεργιανώ μαζί σου.
Να δω τα χρώματα της γης,
της θάλασσας τα πλάτη.
Να δω γοργόνες να ρωτούν
για τον Αλέξανδρο τους.
Θέλω να δω και τα πουλιά,
πώς χτίζουν τις φωλιές τους.
Με τί φιλί ορκίζονται
αιώνια αγάπη.
Φεγγάρι πάρε με μαζί,
να δω τα μαγικά σου.
Να δω το ηλιοβασίλεμα,
πώς φαίνεται από πάνω.
Να δω τα κοριτσόπουλα
το σούρουπο, πώς παίζουν
παρέα με τον έρωτα
πεντόβολα στην άμμο.
Φεγγάρι πάρε με μαζί.
Θέλω να γίνουμε ένα.

(Μόλις το τραγούδι τελειώσει ορμάει απάνω στο Χάρη).

ΚΟΠΕΛΑ: Χάρη!!! Τί έκανες; Τί έκανες; Αγάπη μου! Αγάπη μου!

 

ΧΑΡΗΣ:  Στο είπα, δε στο ΄πα; Θα ξαναβρώ τον εαυτό μου. Η Ανάληψη!
Ήρθε η Ανάληψη! Αυτή περίμενα! (Στο φεγγάρι). Πάρε με. Πάρε με, να βασιλέψουμε μαζί. Ακούγονται χειροκροτήματα, ο ίδιος ήχος με την έναρξη). ΣΚΟΤΑΔΙ. ΑΥΛΑΙΑ.